καλαισθησία
•
- η ικανότητα να αντιλαμβάνεσαι τι είναι ωραίο, το καλό γούστο, η κομψότητα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καλαισθησία < καλαίσθη(τος) + -σία < αρχαία ελληνική καλός + αἴσθησις
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καλαισθησία | καλαισθησίες |
| Γενική | καλαισθησίας | καλαισθησιών |
| Αιτιατική | καλαισθησία | καλαισθησίες |
| Κλητική | καλαισθησία | καλαισθησίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →