Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καλαισθητικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την καλαισθησία, αναφέρεται σ’ αυτή ή έχει γίνει με καλαισθησία Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοκαλαισθητική: η αισθητική Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καλαισθητικός < καλαίσθητος + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαλαισθητικόςκαλαισθητικήκαλαισθητικό
Γενικήκαλαισθητικούκαλαισθητικήςκαλαισθητικού
Αιτιατικήκαλαισθητικόκαλαισθητικήκαλαισθητικό
Κλητικήκαλαισθητικέκαλαισθητικήκαλαισθητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαλαισθητικοίκαλαισθητικέςκαλαισθητικά
Γενικήκαλαισθητικώνκαλαισθητικώνκαλαισθητικών
Αιτιατικήκαλαισθητικούςκαλαισθητικέςκαλαισθητικά
Κλητικήκαλαισθητικοίκαλαισθητικέςκαλαισθητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →