καλαισθητικός
•
- που έχει σχέση με την καλαισθησία, αναφέρεται σ’ αυτή ή έχει γίνει με καλαισθησία Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοκαλαισθητική: η αισθητική Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καλαισθητικός < καλαίσθητος + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καλαισθητικός | καλαισθητική | καλαισθητικό |
| Γενική | καλαισθητικού | καλαισθητικής | καλαισθητικού |
| Αιτιατική | καλαισθητικό | καλαισθητική | καλαισθητικό |
| Κλητική | καλαισθητικέ | καλαισθητική | καλαισθητικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καλαισθητικοί | καλαισθητικές | καλαισθητικά |
| Γενική | καλαισθητικών | καλαισθητικών | καλαισθητικών |
| Αιτιατική | καλαισθητικούς | καλαισθητικές | καλαισθητικά |
| Κλητική | καλαισθητικοί | καλαισθητικές | καλαισθητικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →