καλαμπαλίκι
•
- θόρυβος που προκαλείται από το συγκεντρωμένο πλήθος Βικιλεξικό
- αργκότο αρχίδι, ο όρχις Βικιλεξικό
- στον πληθυντικόσωρός ευτελών αντικειμένων Βικιλεξικό
- στον πληθυντικόόρχεις Βικιλεξικό
- πρώιμη νεοελληνική πλήθος, Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καλαμπαλίκι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καλαμπαλίκι < οθωμανική τουρκική قالابالق (συνωστισμός, > τουρκική kalabalık) < θέμα από την αραβική غَلَبَة (γalaba, ?)^(→ λείπει η μετάφραση) (< ρίζα غ ل ب (ḡ-l-b)) + ـلق (-lık)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καλαμπαλίκι | καλαμπαλίκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | καλαμπαλίκι | καλαμπαλίκια |
| Κλητική | καλαμπαλίκι | καλαμπαλίκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →