Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καλαμπαλίκι

/ka.la.baˈli.ci/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. θόρυβος που προκαλείται από το συγκεντρωμένο πλήθος Βικιλεξικό
  2. αργκότο αρχίδι, ο όρχις Βικιλεξικό
  3. στον πληθυντικόσωρός ευτελών αντικειμένων Βικιλεξικό
  4. στον πληθυντικόόρχεις Βικιλεξικό
  5. πρώιμη νεοελληνική πλήθος, Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καλαμπαλίκι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καλαμπαλίκι < οθωμανική τουρκική قالابالق (συνωστισμός, > τουρκική kalabalık) < θέμα από την αραβική غَلَبَة (γalaba, ?)^(→ λείπει η μετάφραση) (< ρίζα غ ل ب (ḡ-l-b)) + ـلق (-lık)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαλαμπαλίκικαλαμπαλίκια
Γενική——
Αιτιατικήκαλαμπαλίκικαλαμπαλίκια
Κλητικήκαλαμπαλίκικαλαμπαλίκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →