καλαντιστής
•
- αυτός που λέει τα κάλαντα Βικιλεξικό
- Και επειδή το σκοπούμενο δεν είναι να λάβει ο καλαντιστής το δώρο του αλλά να διδαχθεί ο κάθε «αφέντης» να το προσφέρει ανοιχτόκαρδα και ανοιχτοχέρικα («εμείς εδώ δεν ήρθαμε λεφτά για να μας δώσεις, / είναι ντροπή να φύγουμε χωρίς να μας πληρώσεις», τραγουδούσαν προσφυώς οι Επτανήσιοι), ακουγόταν κάποτε αυστηρότατος ο «έπαινος» του «τσιγκούνη αφέντη». (*)
Ετυμολογία
καλαντιστής < κάλαντα + -ιστής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καλαντιστής | καλαντιστές |
| Γενική | καλαντιστή | καλαντιστών |
| Αιτιατική | καλαντιστή | καλαντιστές |
| Κλητική | καλαντιστή | καλαντιστές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →