καλαρέσω
•
- οικείοσυνηθέστερα στο γ’ ενικό: (μου) καλαρέσει: μου αρέσει αρκετά, με ευχαριστεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καλαρέσω < καλο- + αρέσω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
καλαρέσω < καλο- + αρέσω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →