καλειδοσκοπικός
•
- που έχει σχέση με καλειδοσκόπιο ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καλειδοσκοπικός < καλειδοσκόπιο + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καλειδοσκοπικός | καλειδοσκοπική | καλειδοσκοπικό |
| Γενική | καλειδοσκοπικού | καλειδοσκοπικής | καλειδοσκοπικού |
| Αιτιατική | καλειδοσκοπικό | καλειδοσκοπική | καλειδοσκοπικό |
| Κλητική | καλειδοσκοπικέ | καλειδοσκοπική | καλειδοσκοπικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καλειδοσκοπικοί | καλειδοσκοπικές | καλειδοσκοπικά |
| Γενική | καλειδοσκοπικών | καλειδοσκοπικών | καλειδοσκοπικών |
| Αιτιατική | καλειδοσκοπικούς | καλειδοσκοπικές | καλειδοσκοπικά |
| Κλητική | καλειδοσκοπικοί | καλειδοσκοπικές | καλειδοσκοπικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →