Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καλειδοσκοπικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με καλειδοσκόπιο ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καλειδοσκοπικός < καλειδοσκόπιο + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαλειδοσκοπικόςκαλειδοσκοπικήκαλειδοσκοπικό
Γενικήκαλειδοσκοπικούκαλειδοσκοπικήςκαλειδοσκοπικού
Αιτιατικήκαλειδοσκοπικόκαλειδοσκοπικήκαλειδοσκοπικό
Κλητικήκαλειδοσκοπικέκαλειδοσκοπικήκαλειδοσκοπικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαλειδοσκοπικοίκαλειδοσκοπικέςκαλειδοσκοπικά
Γενικήκαλειδοσκοπικώνκαλειδοσκοπικώνκαλειδοσκοπικών
Αιτιατικήκαλειδοσκοπικούςκαλειδοσκοπικέςκαλειδοσκοπικά
Κλητικήκαλειδοσκοπικοίκαλειδοσκοπικέςκαλειδοσκοπικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →