Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καλενδάριον

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. μετάφραση του λατινικού calendarium (ρωμαϊκό πιστωτικό βιβλίο) Βικιλεξικό
  2. καλαντάρι, ημερολόγιο, ημεροδείκτης Βικιλεξικό
    • 1845 Θεοφράστου Χαρακτήρες, εις χρήσιν της νεολαίας. Εκδοθέντος υπό Γεωργίου Ζαχαριάδου, Προσθήκαι σελ.85@books.google Εν Βιέννη:Εκ της Tυπογραφίας του Αντωνίου Μπέγκου, 1845

Ετυμολογία

καλενδάριον < μετάφραση για τη λατινική calendarium < calendae. Δείτε και το μεσαιωνικό καλανδάριον.

Άλλοι τύποι

καλανδάριον

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →