Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καλεσμένος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επισκέπτης σε σπίτι ή παρευρισκόμενος σε εκπομπή που έχει έρθει μετά από προσωπική ή ανοιχτή πρόσκληση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καλεσμένος: μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος καλώ

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαλεσμένη / καλεσμένος / καλεσμένοκαλεσμένες / καλεσμένοι / καλεσμένα
Γενικήκαλεσμένης / καλεσμένου / καλεσμένουκαλεσμένων / καλεσμένων / καλεσμένων
Αιτιατικήκαλεσμένη / καλεσμένο / καλεσμένοκαλεσμένες / καλεσμένους / καλεσμένα
Κλητικήκαλεσμένη / καλεσμένε / καλεσμένοκαλεσμένες / καλεσμένοι / καλεσμένα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

καλεσμένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. που τον έχουν καλέσει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καλεσμένος: μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος καλώ

Άλλοι τύποι

καλεσμένακαλεσμένεκαλεσμένεςκαλεσμένηκαλεσμένηςκαλεσμένοκαλεσμένοικαλεσμένοςκαλεσμένουκαλεσμένουςκαλεσμένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →