καλημερίζω
•
- χαιρετώ κάποιον λέγοντάς του καλημέρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καλημερίζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καλημερίζω < καλημέρ(α) + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καλημερίζω | καλημερίζεις | καλημερίζει | καλημερίζουμε | καλημερίζετε | καλημερίζουν / καλημερίζουνε |
| Παρατατικός | καλημέριζα | καλημέριζες | καλημέριζε | καλημερίζαμε | καλημερίζατε | καλημέριζαν / καλημερίζαν / καλημερίζανε |
| Αόριστος | καλημέρισα | καλημέρισες | καλημέρισε | καλημερίσαμε | καλημερίσατε | καλημέρισαν / καλημερίσαν / καλημερίσανε |
| Μέλλοντας | θα καλημερίζω / θα καλημερίσω | θα καλημερίζεις / θα καλημερίσεις | θα καλημερίζει / θα καλημερίσει | θα καλημερίζουμε / θα καλημερίσουμε | θα καλημερίζετε / θα καλημερίσετε | θα καλημερίζουν / θα καλημερίζουνε / θα καλημερίσουν / θα καλημερίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω καλημερίσει | έχεις καλημερίσει | έχει καλημερίσει | έχουμε καλημερίσει | έχετε καλημερίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καλημερίσει | είχες καλημερίσει | είχε καλημερίσει | είχαμε καλημερίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καλημερίσει / να καλημερίζω / να καλημερίσω | να έχεις καλημερίσει / να καλημερίζεις / να καλημερίσεις | να έχει καλημερίσει / να καλημερίζει / να καλημερίσει | να έχουμε καλημερίσει / να καλημερίζουμε / να καλημερίσουμε | να έχετε καλημερίσει / να καλημερίζετε / να καλημερίσετε | να καλημερίζουν / να καλημερίζουνε / να καλημερίσουν / να καλημερίσουνε |
| Προστακτική | — | καλημέριζε / καλημέρισε | — | — | καλημερίζετε / καλημερίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →