καλημερούδια
•
- το καλημέρισμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καλημερούδια < καλημέρ(α) + -ούδια, πληθυντικός του -ούδι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καλημερούδια | καλημερούδια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | — | καλημερούδια |
| Κλητική | — | καλημερούδια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →