Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καληνύχτισμα

/ka.liˈni.xti.zma/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το καληνύχτα, η ενέργεια του καληνυχτίζω Βικιλεξικό
    • κι ύπνο δεν κάνω αδέ μου πεις το καληνύχτισμά σου (στίχος του τραγουδιού Μέρα που δεν μου μίλησες του Αντώνη Μαρτσάκη)

Ετυμολογία

καληνύχτισμα < από το αόριστο θέμα καληνύχτισ- (όπως στο καληνύχτισα) του καληνυχτίζω + -μα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαληνύχτισμακαληνυχτίσματα
Γενικήκαληνυχτίσματοςκαληνυχτισμάτων
Αιτιατικήκαληνύχτισμακαληνυχτίσματα
Κλητικήκαληνύχτισμακαληνυχτίσματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →