καλησπερίζω
•
- χαιρετώ κάποιον λέγοντάς του καλησπέρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καλησπερίζω < καλησπέρα + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καλησπερίζω | καλησπερίζεις | καλησπερίζει | καλησπερίζουμε | καλησπερίζετε | καλησπερίζουν / καλησπερίζουνε |
| Παρατατικός | καλησπέριζα | καλησπέριζες | καλησπέριζε | καλησπερίζαμε | καλησπερίζατε | καλησπέριζαν / καλησπερίζαν / καλησπερίζανε |
| Αόριστος | καλησπέρισα | καλησπέρισες | καλησπέρισε | καλησπερίσαμε | καλησπερίσατε | καλησπέρισαν / καλησπερίσαν / καλησπερίσανε |
| Μέλλοντας | θα καλησπερίζω / θα καλησπερίσω | θα καλησπερίζεις / θα καλησπερίσεις | θα καλησπερίζει / θα καλησπερίσει | θα καλησπερίζουμε / θα καλησπερίσουμε | θα καλησπερίζετε / θα καλησπερίσετε | θα καλησπερίζουν / θα καλησπερίζουνε / θα καλησπερίσουν / θα καλησπερίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω καλησπερίσει | έχεις καλησπερίσει | έχει καλησπερίσει | έχουμε καλησπερίσει | έχετε καλησπερίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καλησπερίσει | είχες καλησπερίσει | είχε καλησπερίσει | είχαμε καλησπερίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καλησπερίσει / να καλησπερίζω / να καλησπερίσω | να έχεις καλησπερίσει / να καλησπερίζεις / να καλησπερίσεις | να έχει καλησπερίσει / να καλησπερίζει / να καλησπερίσει | να έχουμε καλησπερίσει / να καλησπερίζουμε / να καλησπερίσουμε | να έχετε καλησπερίσει / να καλησπερίζετε / να καλησπερίσετε | να καλησπερίζουν / να καλησπερίζουνε / να καλησπερίσουν / να καλησπερίσουνε |
| Προστακτική | — | καλησπέριζε / καλησπέρισε | — | — | καλησπερίζετε / καλησπερίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →