καληώρα
•
- προφορικόπ.χ., όπως, σαν Βικιλεξικό
- Ένα ρέμα με πλατάνια, καληώρα σαν κι αυτό, ξεκινάει απ' το βουνό και καταλήγει στη θάλασσα. (Λία Μεγάλου-Σεφεριάδη, Σαν το μετάξι, 1996)
Ετυμολογία
καληώρα < φράση «καλή ώρα», (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καληώρα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →