Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καλκάνι

/kalˈka.ni/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. είδος ψαριού (Scophthalmus maximus ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))) με πεπλατυσμένο ρομβοειδές σώμα και τριγωνικά πτερύγια Βικιλεξικό
    • Οι ψαράδες διαλαλούσαν την πραμάτεια τους με πανηγυρικό τρόπο, ίσως λόγω της ημέρας. Οι ταβλάδες γεμάτοι ψάρια κι ο κόσμος περνούσε συγκρίνοντας τις τιμές. Εκατόν σαράντα γρόσια τα σκουμπριά, που τα περισσότερα βέβαια ήταν κολιοί, εκατό οι μαρίδες, εκατόν σαράντα τα σαυρίδια, διακόσια ογδόντα οι αθερίνες, εξήντα η μία παλαμίδα, διακόσια σαράντα τα τεκίρια που τα έδιναν για μπαρμπούνια, τριακόσια σαράντα το καλκάνι. Η δυνατή φωνή ενός όμορφου ψαρά λίγο πιο κάτω την έκανε να στραφεί προς τα εκεί.
  2. το επάνω κυρτό μέρος της πρύμνης ενός πλοίου, συνήθως διακοσμημένο, η κορώνη Βικιλεξικό
  3. αρχιτεκτονικήη τριγωνική απόληξη μιας στέγης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καλκάνι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καλκάνι < τουρκική kalkan

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαλκάνικαλκάνια
Γενικήκαλκανιούκαλκανιών
Αιτιατικήκαλκάνικαλκάνια
Κλητικήκαλκάνικαλκάνια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →