Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καλλίπυγος

/kaˈli.pi.ɣos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. αρχαιοπρεπέςπου έχει ωραία οπίσθια Βικιλεξικό
    • Μὴ στοὺς ματαίους στολισμοὺς τὰ μάτια σου καρφῶσῃς, / μήτε καὶ σὺ καλλίπυγος κορδακισμοὺς νὰ θέλῃς, / μήτε ποτὲ τὸν σύζυγον νὰ τὸν μεταμορφώσῃς / στὸν πολυπόθητον κριὸν τοῦ Φρίξου καὶ τῆς Ἕλλης. (Γεώργιος Σουρής, Ο Φασουλής φιλόσοφος, Μέρος Δ')

Ετυμολογία

καλλίπυγος < ελληνιστική κοινή καλλίπυγος < καλλί- + πυγ(ή) (οπίσθια) + -ος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαλλίπυγοςκαλλίπυγη / καλλίπυγοςκαλλίπυγο
Γενικήκαλλίπυγουκαλλίπυγηςκαλλίπυγου
Αιτιατικήκαλλίπυγοκαλλίπυγηκαλλίπυγο
Κλητικήκαλλίπυγεκαλλίπυγηκαλλίπυγο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαλλίπυγοικαλλίπυγεςκαλλίπυγα
Γενικήκαλλίπυγωνκαλλίπυγωνκαλλίπυγων
Αιτιατικήκαλλίπυγουςκαλλίπυγεςκαλλίπυγα
Κλητικήκαλλίπυγοικαλλίπυγεςκαλλίπυγα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →