Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καλλιγραφικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την καλλιγραφία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καλλιγραφικός < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική καλλιγραφέω < καλλι- + γράφω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαλλιγραφικόςκαλλιγραφικήκαλλιγραφικό
Γενικήκαλλιγραφικούκαλλιγραφικήςκαλλιγραφικού
Αιτιατικήκαλλιγραφικόκαλλιγραφικήκαλλιγραφικό
Κλητικήκαλλιγραφικέκαλλιγραφικήκαλλιγραφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαλλιγραφικοίκαλλιγραφικέςκαλλιγραφικά
Γενικήκαλλιγραφικώνκαλλιγραφικώνκαλλιγραφικών
Αιτιατικήκαλλιγραφικούςκαλλιγραφικέςκαλλιγραφικά
Κλητικήκαλλιγραφικοίκαλλιγραφικέςκαλλιγραφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →