Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καλλιεπής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει την ικανότητα να εκφράζεται όμορφα χρησιμοποιώντας στον λόγο του καλολογικά στοιχεία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καλλιεπής < αρχαία ελληνική καλλιεπής < κάλλος + ἔπος (λόγος)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαλλιεπήςκαλλιεπήςκαλλιεπές
Γενικήκαλλιεπούςκαλλιεπούςκαλλιεπούς
Αιτιατικήκαλλιεπήκαλλιεπήκαλλιεπές
Κλητικήκαλλιεπή / καλλιεπήςκαλλιεπήςκαλλιεπές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαλλιεπείςκαλλιεπείςκαλλιεπή
Γενικήκαλλιεπώνκαλλιεπώνκαλλιεπών
Αιτιατικήκαλλιεπείςκαλλιεπείςκαλλιεπή
Κλητικήκαλλιεπείςκαλλιεπείςκαλλιεπή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →