Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καλλικέλαδος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αρχαιοπρεπέςπου κελαηδάει ωραία Βικιλεξικό
  2. αρχαιοπρεπέςπου ηχεί ωραία Βικιλεξικό
  3. αρχαιοπρεπέςκαλλίφωνος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καλλικέλαδος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή καλλικέλαδος < αρχαία ελληνική καλλι- (< καλός) + κέλαδος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαλλικέλαδοςκαλλικέλαδηκαλλικέλαδο
Γενικήκαλλικέλαδουκαλλικέλαδηςκαλλικέλαδου
Αιτιατικήκαλλικέλαδοκαλλικέλαδηκαλλικέλαδο
Κλητικήκαλλικέλαδεκαλλικέλαδηκαλλικέλαδο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαλλικέλαδοικαλλικέλαδεςκαλλικέλαδα
Γενικήκαλλικέλαδωνκαλλικέλαδωνκαλλικέλαδων
Αιτιατικήκαλλικέλαδουςκαλλικέλαδεςκαλλικέλαδα
Κλητικήκαλλικέλαδοικαλλικέλαδεςκαλλικέλαδα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →