Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καλλιρροϊκός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που ανήκει στην, αναφέρεται στην ή αφορά την Καλλιρρόη Βικιλεξικό
  2. που αφορά καθαρή πηγή ή μη χειμαρρώδες ποτάμι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καλλιρροϊκός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαλλιρροϊκόςκαλλιρροϊκήκαλλιρροϊκό
Γενικήκαλλιρροϊκούκαλλιρροϊκήςκαλλιρροϊκού
Αιτιατικήκαλλιρροϊκόκαλλιρροϊκήκαλλιρροϊκό
Κλητικήκαλλιρροϊκέκαλλιρροϊκήκαλλιρροϊκό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαλλιρροϊκοίκαλλιρροϊκέςκαλλιρροϊκά
Γενικήκαλλιρροϊκώνκαλλιρροϊκώνκαλλιρροϊκών
Αιτιατικήκαλλιρροϊκούςκαλλιρροϊκέςκαλλιρροϊκά
Κλητικήκαλλιρροϊκοίκαλλιρροϊκέςκαλλιρροϊκά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →