καλλιρροϊκός
•
- που ανήκει στην, αναφέρεται στην ή αφορά την Καλλιρρόη Βικιλεξικό
- που αφορά καθαρή πηγή ή μη χειμαρρώδες ποτάμι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καλλιρροϊκός < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καλλιρροϊκός | καλλιρροϊκή | καλλιρροϊκό |
| Γενική | καλλιρροϊκού | καλλιρροϊκής | καλλιρροϊκού |
| Αιτιατική | καλλιρροϊκό | καλλιρροϊκή | καλλιρροϊκό |
| Κλητική | καλλιρροϊκέ | καλλιρροϊκή | καλλιρροϊκό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καλλιρροϊκοί | καλλιρροϊκές | καλλιρροϊκά |
| Γενική | καλλιρροϊκών | καλλιρροϊκών | καλλιρροϊκών |
| Αιτιατική | καλλιρροϊκούς | καλλιρροϊκές | καλλιρροϊκά |
| Κλητική | καλλιρροϊκοί | καλλιρροϊκές | καλλιρροϊκά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →