καλλιτέχνης
•
- επάγγελμααυτός που δημιουργεί έργα τέχνης, όπως ζωγραφικούς πίνακες, γλυπτά, κ.ά. Βικιλεξικό
- ποτέ δεν ξέρεις τι κρύβεται μέσα στην ψυχή ενός καλλιτέχνη πριν δεις τα έργα του
- «Καταρχάς, δεν ξέρω να λέω ψέμματα! Για να 'μαι πιο ακριβής, προτιμώ να φτιάχνω μύθους ως ανυστερόβουλος καλλιτέχνης παρά σαν υστερόβουλος πολιτικάντης!» εξήγησε επιγραμματικά. (Αλέξης Πάρνης, Ο άλλος Εμφύλιος, εκδ. Καστανιώτη, 2014)
- επάγγελμααυτός που ασχολείται με τις παραστατικές τέχνες ως εκτελεστής: ο τραγουδιστής, ο ηθοποιός, κλπ. Βικιλεξικό
- άτομο με ευαισθησία, δεξιότητα ή/και ταλέντο στον τομέα του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καλλιτέχνης < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική κάλλος (< καλός) + τέχνη (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική artiste)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καλλιτέχνης | καλλιτέχνες |
| Γενική | καλλιτέχνη | καλλιτεχνών |
| Αιτιατική | καλλιτέχνη | καλλιτέχνες |
| Κλητική | καλλιτέχνη | καλλιτέχνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →