καλλονή
•
- το κάλλος, η ομορφιά Βικιλεξικό
- 2015 Θάνος Σταθόπουλος, La Folie, εκδ. Ίκαρος, 2015
- μετωνυμίαη εξαιρετικά όμορφη γυναίκα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καλλονή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική καλλονή.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καλλονή | καλλονές |
| Γενική | καλλονής | καλλονών |
| Αιτιατική | καλλονή | καλλονές |
| Κλητική | καλλονή | καλλονές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →