Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καλλονή

/ka.loˈni/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το κάλλος, η ομορφιά Βικιλεξικό
    • 2015 Θάνος Σταθόπουλος, La Folie, εκδ. Ίκαρος, 2015
  2. μετωνυμίαη εξαιρετικά όμορφη γυναίκα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καλλονή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική καλλονή.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαλλονήκαλλονές
Γενικήκαλλονήςκαλλονών
Αιτιατικήκαλλονήκαλλονές
Κλητικήκαλλονήκαλλονές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →