καλλωπιστήριο
•
- σπάνιοχώρος καλλωπισμού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καλλωπιστήριο < καλλωπίζω + -τήριο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καλλωπιστήριο | καλλωπιστήρια |
| Γενική | καλλωπιστήριου | καλλωπιστήριων |
| Αιτιατική | καλλωπιστήριο | καλλωπιστήρια |
| Κλητική | καλλωπιστήριο | καλλωπιστήρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →