καλντεριμιτζού
•
- λαϊκότροποπόρνη του δρόμου, εκτός οίκου ανοχής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καλντεριμιτζού < καλντερίμ(ι) + -ιτζού, θηλυκό του -ιτζής, Η οθωμανική τουρκική قالديريمجي (τουρκική: kaldırımcı), για άντρα που τριγυρνάει στους δρόμους.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καλντεριμιτζού | καλντεριμιτζούδες |
| Γενική | καλντεριμιτζούς | καλντεριμιτζούδων |
| Αιτιατική | καλντεριμιτζού | καλντεριμιτζούδες |
| Κλητική | καλντεριμιτζού | καλντεριμιτζούδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →