Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καλοβαλμένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. μεταφορικάκάποιος που φαίνεται σε καλή κατάσταση Βικιλεξικό
    • Είναι ψηλός, λεπτός, καλοβαλμένος, ένας σεμνός ευπατρίδης με χριστιανική φυσιογνωμία. (Δοκίμια καί άλλα κείμενα σαράντα πέντε έτών (1935- 1980), Παναγιώτης Κανελλόπουλος)
  2. κάποιος που έχει μπει σε σωστή / καλή θέση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καλοβαλμένος < καλο- + βαλμένος • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

Άλλοι τύποι

καλοβαλμένακαλοβαλμένεκαλοβαλμένεςκαλοβαλμένηκαλοβαλμένηςκαλοβαλμένοκαλοβαλμένοικαλοβαλμένοςκαλοβαλμένουκαλοβαλμένουςκαλοβαλμένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →