Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καλοβλέπω

ρήμα
•
  1. αμετάβατοβλέπω καλά, καθαρά Βικιλεξικό
  2. μεταβατικόβλέπω καλά, καθαρά (κάποιον ή κάτι) Βικιλεξικό
  3. μεταβατικόβλέπω με ευχαρίστηση ή, γενικότερα, με καλή διάθεση (κάποιον ή κάτι) Βικιλεξικό
    • (κατ’ επέκταση) (μεταφορικά), (ειρωνικό) εποφθαλμιώ

Ετυμολογία

καλοβλέπω < → λείπει η ετυμολογία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →