καλοβλέπω
•
- αμετάβατοβλέπω καλά, καθαρά Βικιλεξικό
- μεταβατικόβλέπω καλά, καθαρά (κάποιον ή κάτι) Βικιλεξικό
- μεταβατικόβλέπω με ευχαρίστηση ή, γενικότερα, με καλή διάθεση (κάποιον ή κάτι) Βικιλεξικό
- (κατ’ επέκταση) (μεταφορικά), (ειρωνικό) εποφθαλμιώ
Ετυμολογία
καλοβλέπω < → λείπει η ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →