καλοβράζω
•
- βράζω καλά (ή εύκολα) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καλοβράζω < καλο- + βράζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καλοβράζω | καλοβράζεις | καλοβράζει | καλοβράζουμε | καλοβράζετε | καλοβράζουν / καλοβράζουνε |
| Παρατατικός | καλοέβραζα | καλοέβραζες | καλοέβραζε | καλοβράζαμε | καλοβράζατε | καλοέβραζαν / καλοβράζαν / καλοβράζανε |
| Αόριστος | καλοέβρασα | καλοέβρασες | καλοέβρασε | καλοβράσαμε | καλοβράσατε | καλοέβρασαν / καλοβράσαν / καλοβράσανε |
| Μέλλοντας | θα καλοβράζω / θα καλοβράσω | θα καλοβράζεις / θα καλοβράσεις | θα καλοβράζει / θα καλοβράσει | θα καλοβράζουμε / θα καλοβράσουμε | θα καλοβράζετε / θα καλοβράσετε | θα καλοβράζουν / θα καλοβράζουνε / θα καλοβράσουν / θα καλοβράσουνε |
| Παρακείμενος | έχω καλοβράσει | έχεις καλοβράσει | έχει καλοβράσει | έχουμε καλοβράσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καλοβράσει | είχες καλοβράσει | είχε καλοβράσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καλοβράσει / να καλοβράζω / να καλοβράσω | να έχεις καλοβράσει / να καλοβράζεις / να καλοβράσεις | να έχει καλοβράσει / να καλοβράζει / να καλοβράσει | να έχουμε καλοβράσει / να καλοβράζουμε / να καλοβράσουμε | να καλοβράζετε / να καλοβράσετε | να καλοβράζουν / να καλοβράζουνε / να καλοβράσουν / να καλοβράσουνε |
| Προστακτική | — | καλόβραζε / καλόβρασε | — | — | καλοβράζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
καλοβράστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →