καλογέρι
•
- προφορικόνεαρός καλόγερος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καλογέρι < καλόγερ(ος) + -ι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καλογέρι | καλογέρια |
| Γενική | καλογεριού | καλογεριών |
| Αιτιατική | καλογέρι | καλογέρια |
| Κλητική | καλογέρι | καλογέρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →