Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καλογεράκι

/ka.lo.ʝe.ˈɾa.ki/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. νεαρός ή δόκιμος καλόγερος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καλογεράκι < καλόγερος + υποκοριστικό επίθημα -άκι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαλογεράκικαλογεράκια
Γενική——
Αιτιατικήκαλογεράκικαλογεράκια
Κλητικήκαλογεράκικαλογεράκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →