καλογερεύω
•
- αποσύρομαι από τα εγκόσμια, γίνομαι καλόγερος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καλογερεύω < καλόγερος + -εύω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καλογερεύω | καλογερεύεις | καλογερεύει | καλογερεύουμε | καλογερεύετε | καλογερεύουν / καλογερεύουνε |
| Παρατατικός | καλογέρευα | καλογέρευες | καλογέρευε | καλογερεύαμε | καλογερεύατε | καλογέρευαν / καλογερεύαν / καλογερεύανε |
| Αόριστος | καλογέρεψα | καλογέρεψες | καλογέρεψε | καλογερέψαμε | καλογερέψατε | καλογέρεψαν / καλογερέψαν / καλογερέψανε |
| Μέλλοντας | θα καλογερέψω / θα καλογερεύω | θα καλογερέψεις / θα καλογερεύεις | θα καλογερέψει / θα καλογερεύει | θα καλογερέψουμε / θα καλογερεύουμε | θα καλογερέψετε / θα καλογερεύετε | θα καλογερέψουν / θα καλογερέψουνε / θα καλογερεύουν / θα καλογερεύουνε |
| Παρακείμενος | έχω καλογερέψει | έχεις καλογερέψει | έχει καλογερέψει | έχουμε καλογερέψει | έχετε καλογερέψει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καλογερέψει | είχες καλογερέψει | είχε καλογερέψει | είχαμε καλογερέψει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καλογερέψει / να καλογερέψω / να καλογερεύω | να έχεις καλογερέψει / να καλογερέψεις / να καλογερεύεις | να έχει καλογερέψει / να καλογερέψει / να καλογερεύει | να έχουμε καλογερέψει / να καλογερέψουμε / να καλογερεύουμε | να έχετε καλογερέψει / να καλογερέψετε / να καλογερεύετε | να καλογερέψουν / να καλογερέψουνε / να καλογερεύουν / να καλογερεύουνε |
| Προστακτική | — | καλογέρευε / καλογέρεψε | — | — | καλογερέψτε / καλογερεύετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →