καλογερική
•
- θρησκείατο να είναι κανείς καλόγερος, να πρέπει να ζει τη ζωή ενός καλογέρου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καλογερική < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου καλογερικός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καλογερική | — |
| Γενική | καλογερικής | — |
| Αιτιατική | καλογερική | — |
| Κλητική | καλογερική | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →