Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καλογερικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αναφέρεται σε έναν καλόγερο ή ανήκει σε αυτόν ή τον χαρακτηρίζει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καλογερικός < καλόγερος + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαλογερικόςκαλογερικήκαλογερικό
Γενικήκαλογερικούκαλογερικήςκαλογερικού
Αιτιατικήκαλογερικόκαλογερικήκαλογερικό
Κλητικήκαλογερικέκαλογερικήκαλογερικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαλογερικοίκαλογερικέςκαλογερικά
Γενικήκαλογερικώνκαλογερικώνκαλογερικών
Αιτιατικήκαλογερικούςκαλογερικέςκαλογερικά
Κλητικήκαλογερικοίκαλογερικέςκαλογερικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →