Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καλογρίτσα

/ka.loˈɣɾi.t͡sa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ψάριείδος ψαριού (Chromis chromis) του αλμυρού νερού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καλογρίτσα < καλόγρ(ια) + υποκοριστικό επίθημα -ίτσα < μεσαιωνική ελληνική καλόγρια / καλογραία < αρχαία ελληνική καλός + γραῖα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαλογρίτσακαλογρίτσες
Γενικήκαλογρίτσας—
Αιτιατικήκαλογρίτσακαλογρίτσες
Κλητικήκαλογρίτσακαλογρίτσες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →