Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καλοδουλεμένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. κάτι που έχει τύχει καλής επεξεργασίας, που έχει δουλευτεί με καλό, με σωστό τρόπο Βικιλεξικό
    • Στην τάφρο 2 και σχεδόν σε όλο το βόρειο μισό τμήμα της αποκαλύφθηκαν λίθοι, που βρίσκονται κατά χώραν και των οποίων το ανατολικό όριο ορίζει καλοδουλεμένος τοίχος με κατεύθυνση Β. -Ν. (Αρχαιολογικό Δελτίον. τόμος 53, μέρος 2, τεύχος 3, σελ. 875)

Ετυμολογία

καλοδουλεμένος < καλοδουλεύω / αναλύεται σε καλο- + δουλεμένος + • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

Άλλοι τύποι

καλοδουλεμένακαλοδουλεμένεκαλοδουλεμένεςκαλοδουλεμένηκαλοδουλεμένηςκαλοδουλεμένοκαλοδουλεμένοικαλοδουλεμένοςκαλοδουλεμένουκαλοδουλεμένουςκαλοδουλεμένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →