καλοζυγίζω
•
- ζυγίζω με πιστότητα και ακρίβεια Βικιλεξικό
- μεταφορικάεξετάζω καλά τα δεδομένα και τα σταθμίζω ανάλογα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καλοζυγίζω < καλο- + ζυγίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καλοζυγίζω | καλοζυγίζεις | καλοζυγίζει | καλοζυγίζουμε | καλοζυγίζετε | καλοζυγίζουν / καλοζυγίζουνε |
| Παρατατικός | καλοζύγιζα | καλοζύγιζες | καλοζύγιζε | καλοζυγίζαμε | καλοζυγίζατε | καλοζυγίζαν / καλοζυγίζανε / καλοζύγιζαν |
| Αόριστος | καλοζύγισα | καλοζύγισες | καλοζύγισε | καλοζυγίσαμε | καλοζυγίσατε | καλοζυγίσαν / καλοζυγίσανε / καλοζύγισαν |
| Μέλλοντας | θα καλοζυγίζω / θα καλοζυγίσω | θα καλοζυγίζεις / θα καλοζυγίσεις | θα καλοζυγίζει / θα καλοζυγίσει | θα καλοζυγίζουμε / θα καλοζυγίσουμε | θα καλοζυγίζετε / θα καλοζυγίσετε | θα καλοζυγίζουν / θα καλοζυγίζουνε / θα καλοζυγίσουν / θα καλοζυγίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω καλοζυγίσει | έχεις καλοζυγίσει | έχει καλοζυγίσει | έχουμε καλοζυγίσει | έχετε καλοζυγίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καλοζυγίσει | είχες καλοζυγίσει | είχε καλοζυγίσει | είχαμε καλοζυγίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καλοζυγίσει / να καλοζυγίζω / να καλοζυγίσω | να έχεις καλοζυγίσει / να καλοζυγίζεις / να καλοζυγίσεις | να έχει καλοζυγίσει / να καλοζυγίζει / να καλοζυγίσει | να έχουμε καλοζυγίσει / να καλοζυγίζουμε / να καλοζυγίσουμε | να έχετε καλοζυγίσει / να καλοζυγίζετε / να καλοζυγίσετε | να καλοζυγίζουν / να καλοζυγίζουνε / να καλοζυγίσουν / να καλοζυγίσουνε |
| Προστακτική | — | καλοζύγιζε / καλοζύγισε | — | — | καλοζυγίζετε / καλοζυγίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →