καλοκαιράκι
•
- οικείοκαλοκαίρι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καλοκαιράκι < καλοκαίρ(ι) + υποκοριστικό επίθημα -άκι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καλοκαιράκι | καλοκαιράκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | καλοκαιράκι | καλοκαιράκια |
| Κλητική | καλοκαιράκι | καλοκαιράκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →