καλοκαμωμένος
•
- που είναι ωραία, όμορφα ή καλά φτιαγμένος Βικιλεξικό
- για έμψυχαόμορφος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καλοκαμωμένος < καλο- + καμωμένος, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος κάνω
Άλλοι τύποι
κακολαμωμένοκαλοκαμωμένακαλοκαμωμένεκαλοκαμωμένεςκαλοκαμωμένηκαλοκαμωμένηςκαλοκαμωμένοκαλοκαμωμένοικαλοκαμωμένοςκαλοκαμωμένουκαλοκαμωμένουςκαλοκαμωμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →