καλοκουρεμένος
•
- που του έχουν κάνει ωραίο κούρεμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καλοκουρεμένος < καλο- + μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος κουρεύω
Άλλοι τύποι
καλοκουρεμένακαλοκουρεμένεκαλοκουρεμένεςκαλοκουρεμένηκαλοκουρεμένηςκαλοκουρεμένοκαλοκουρεμένοικαλοκουρεμένοςκαλοκουρεμένουκαλοκουρεμένουςκαλοκουρεμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →