καλολέω
•
- διηγούμαι με ακρίβεια και πιστότητα Βικιλεξικό
- ολοκληρώνω ό,τι έχω να πω Βικιλεξικό
- Δεν πρόφτασε να καλοειπεί αυτό που ήθελε και χτύπησε το κουδούνι.
Ετυμολογία
καλολέω < μεσαιωνική ελληνική καλολέγω < αρχαία ελληνική καλός + λέγω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →