καλοπερασάκιας
•
- οικείοαυτός που τον απασχολεί μόνο το πώς θα περνάει καλά, θα έχει ανέσεις και θα αποφεύγει την κούραση Βικιλεξικό
- Ο νεοέλληνας, ως καλοπερασάκιας - βολεψιματίας, παμπόνηρος και βάρβαρος, δεν θέλει να ξεβολευφτεί, ούτε για να καπνίσει έξω από κλειστούς χώρους, ούτε για να μην παρκάρει στις θέσεις για Α.Μ.Ε.Α., χωρίς να τον νοιάζει εάν ενοχλεί, βλάπτει, ή δυσκολεύει τους συνανθρώπους του. (Συνεχίζεται το κάπνισμα (στο νοσοκομείο της Ρόδου), 10/3/20211, Protagon.gr https://www.protagon.gr/anagnwstes/synexizetai-to-kapnisma-sto-nosokomeio-tis-rodou-5685000000)
Ετυμολογία
καλοπερασάκιας < καλοπερνώ (αορ. καλοπέρασα) + -άκιας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καλοπερασάκιας | καλοπερασάκηδες |
| Γενική | καλοπερασάκια | καλοπερασάκηδων |
| Αιτιατική | καλοπερασάκια | καλοπερασάκηδες |
| Κλητική | καλοπερασάκια | καλοπερασάκηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →