Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καλοπλυμένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. για ρούχο που είναι πλυμένο καλά Βικιλεξικό
    • Ο λεκές είναι ακόμα εκεί που ήτανε. Σαν να μην είναι καλοπλυμένα τα ρούχα.
  2. για άνθρωπο που είναι καλά πλυμένος Βικιλεξικό
    • Την πόρτα άνοιξε μια γυναικούλα παχουλή, βοϊδομάτα, μὲ κορακάτα καλοχτενισμένα μαλλιά, χωρίστρα στη μέση. Το καλοπλυμένο πρόσωπό της χαμογέλαγε σὰ νἄβλεπε παλιοὺς γνώριμους (Γιάννης Μαγκλής, Ο ήλιος δεν βασίλεψε ακόμα, μυθιστόρημα, 1962, σελ. 116)

Ετυμολογία

καλοπλυμένος < καλο- και πλυμένος

Άλλοι τύποι

καλοπλυμένακαλοπλυμένεκαλοπλυμένεςκαλοπλυμένηκαλοπλυμένηςκαλοπλυμένοκαλοπλυμένοικαλοπλυμένοςκαλοπλυμένουκαλοπλυμένουςκαλοπλυμένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →