καλορίζικος
•
- καλότυχος, τυχερός, κι ως εκ τούτου ευτυχισμένος (χρησιμοποιείται σε ευχές για μια νέα αρχή ή κάτι νέο) Βικιλεξικό
- Καλορίζικος. Νὰ ζήσῃ / ὁ νηὸς γαΐδαρος, ν᾿ ἀξίνῃ. / Νὰ σοῦ ζήση, νὰ σοῦ γίνῃ / ὡς καθὼς ἐπιθυμᾶς. (Ανδρέας Λασκαράτος, Συχαριάσματα εις γενέθλια γαϊδάρου)
- ουσιαστικοποιημένοτα καλορίζικα: οι σχετικές ευχές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καλορίζικος < μεσαιωνική ελληνική καλορίζικος < καλός + ριζικό (< αρχαία ελληνική ῥιζικός < ῥίζα)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καλορίζικος | καλορίζικη | καλορίζικο |
| Γενική | καλορίζικου | καλορίζικης | καλορίζικου |
| Αιτιατική | καλορίζικο | καλορίζικη | καλορίζικο |
| Κλητική | καλορίζικε | καλορίζικη | καλορίζικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καλορίζικοι | καλορίζικες | καλορίζικα |
| Γενική | καλορίζικων | καλορίζικων | καλορίζικων |
| Αιτιατική | καλορίζικους | καλορίζικες | καλορίζικα |
| Κλητική | καλορίζικοι | καλορίζικες | καλορίζικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →