καλοσιδερωμένος
•
- για ρούχο που έχει σιδερωθεί καλά Βικιλεξικό
- Εχει πολύ καλο χέρι στο σίδερο, ο άντρας της βγαίνει στο δρόμο με τόσο καλοσιδερωμένα ρούχα! Νομίζεις ότι το παντελόνι και το πουκάμισο τα αγόρασε πριν από μια ώρα
- για άνθρωπο που φοράει ρούχο Βικιλεξικό
- Στάσου! Δεν είσαι καλοσιδερωμένος, βάλε καλύτερα το άλλο πουκάμισο
Ετυμολογία
καλοσιδερωμένος < καλο- και σιδερωμένος
Άλλοι τύποι
καλοσιδερωμένακαλοσιδερωμένεκαλοσιδερωμένεςκαλοσιδερωμένηκαλοσιδερωμένηςκαλοσιδερωμένοκαλοσιδερωμένοικαλοσιδερωμένοςκαλοσιδερωμένουκαλοσιδερωμένουςκαλοσιδερωμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →