καλοστρώνομαι
•
- παθητική φωνή του ρήματος καλοστρώνω Βικιλεξικό
- οικείοασχολούμαι με πολλή όρεξη και επισταμένως με κάτι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καλοστρώνομαι | καλοστρώνεσαι | καλοστρώνεται | καλοστρωνόμαστε | καλοστρώνεστε | καλοστρώνονται |
| Παρατατικός | καλοστρωνόμουν / καλοστρωνόμουνα | καλοστρωνόσουν / καλοστρωνόσουνα | καλοστρωνόταν / καλοστρωνότανε | καλοστρωνόμασταν / καλοστρωνόμαστε | καλοστρωνόσασταν / καλοστρωνόσαστε | καλοστρωνόντουσαν / καλοστρώνονταν |
| Αόριστος | καλοστρώθηκα | καλοστρώθηκες | καλοστρώθηκε | καλοστρωθήκαμε | καλοστρωθήκατε | καλοστρωθήκαν / καλοστρωθήκανε / καλοστρώθηκαν |
| Μέλλοντας | θα καλοστρωθώ / θα καλοστρώνομαι | θα καλοστρωθείς / θα καλοστρώνεσαι | θα καλοστρωθεί / θα καλοστρώνεται | θα καλοστρωθούμε / θα καλοστρωνόμαστε | θα καλοστρωθείτε / θα καλοστρώνεστε | θα καλοστρωθούν / θα καλοστρωθούνε / θα καλοστρώνονται |
| Παρακείμενος | έχω καλοστρωθεί | έχεις καλοστρωθεί | έχει καλοστρωθεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καλοστρωθεί | είχες καλοστρωθεί | είχε καλοστρωθεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καλοστρωθεί / να καλοστρωθώ / να καλοστρώνομαι | να έχεις καλοστρωθεί / να καλοστρωθείς / να καλοστρώνεσαι | να έχει καλοστρωθεί / να καλοστρωθεί / να καλοστρώνεται | να καλοστρωθούμε / να καλοστρωνόμαστε | να καλοστρωθείτε / να καλοστρώνεστε | να καλοστρωθούν / να καλοστρωθούνε / να καλοστρώνονται |
| Προστακτική | — | καλοστρώνου / καλοστρώσου | — | — | καλοστρωθείτε / καλοστρώνεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →