Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καλοφάγι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. λογοτεχνικότο καλό φαγητό Βικιλεξικό
    • Ταίριαζαν και τα γούστα τους. Ως και στο καλοφάγι την ίδια όρεξη είχαν. Κι όσο για πίστη κι αγάπη, πέτρα μονάχη η καρδιά της. (Αργύρης Εφταλιώτης, Μαζώχτρα, 1900)

Ετυμολογία

καλοφάγι < καλός + -ο- + φαγί

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαλοφάγικαλοφάγια
Γενικήκαλοφαγιούκαλοφαγιών
Αιτιατικήκαλοφάγικαλοφάγια
Κλητικήκαλοφάγικαλοφάγια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →