καλοφορώ
•
- σπάνιοφορώ τα επίσημα ή τα καλά μου ρούχα Βικιλεξικό
- χρησιμοποιείται προκειμένου να ευχηθούμε σε κάποιον να φορέσει τα καινούργια του ενδύματα ή υποδήματα με γεια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καλοφορώ < μεσαιωνική ελληνική καλοφορῶ < καλο- + φορῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καλοφορώ | καλοφορείς | καλοφορεί | καλοφορούμε | καλοφορείτε | καλοφορούν / καλοφορούνε |
| Παρατατικός | καλοφορούσα | καλοφορούσες | καλοφορούσε | καλοφορούσαμε | καλοφορούσατε | καλοφορούσαν / καλοφορούσανε |
| Αόριστος | καλοφόρεσα | καλοφόρεσες | καλοφόρεσε | καλοφορέσαμε | καλοφορέσατε | καλοφορέσαν / καλοφορέσανε / καλοφόρεσαν |
| Μέλλοντας | θα καλοφορέσω / θα καλοφορώ | θα καλοφορέσεις / θα καλοφορείς | θα καλοφορέσει / θα καλοφορεί | θα καλοφορέσουμε / θα καλοφορούμε | θα καλοφορέσετε / θα καλοφορείτε | θα καλοφορέσουν / θα καλοφορέσουνε / θα καλοφορούν / θα καλοφορούνε |
| Παρακείμενος | έχω καλοφορέσει | έχεις καλοφορέσει | έχει καλοφορέσει | έχουμε καλοφορέσει | έχετε καλοφορέσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καλοφορέσει | είχες καλοφορέσει | είχε καλοφορέσει | είχαμε καλοφορέσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καλοφορέσει / να καλοφορέσω / να καλοφορώ | να έχεις καλοφορέσει / να καλοφορέσεις / να καλοφορείς | να έχει καλοφορέσει / να καλοφορέσει / να καλοφορεί | να έχουμε καλοφορέσει / να καλοφορέσουμε / να καλοφορούμε | να έχετε καλοφορέσει / να καλοφορέσετε / να καλοφορείτε | να καλοφορέσουν / να καλοφορέσουνε / να καλοφορούν / να καλοφορούνε |
| Προστακτική | — | καλοφόρει / καλοφόρεσε | — | — | καλοφορέστε / καλοφορείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →