καλοχρονίζω
•
- εύχομαι καλοχρονιά σε κάποιον Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καλοχρονίζω < καλοχρονιά + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καλοχρονίζω | καλοχρονίζεις | καλοχρονίζει | καλοχρονίζουμε | καλοχρονίζετε | καλοχρονίζουν / καλοχρονίζουνε |
| Παρατατικός | καλοχρόνιζα | καλοχρόνιζες | καλοχρόνιζε | καλοχρονίζαμε | καλοχρονίζατε | καλοχρονίζαν / καλοχρονίζανε / καλοχρόνιζαν |
| Αόριστος | καλοχρόνισα | καλοχρόνισες | καλοχρόνισε | καλοχρονίσαμε | καλοχρονίσατε | καλοχρονίσαν / καλοχρονίσανε / καλοχρόνισαν |
| Μέλλοντας | θα καλοχρονίζω / θα καλοχρονίσω | θα καλοχρονίζεις / θα καλοχρονίσεις | θα καλοχρονίζει / θα καλοχρονίσει | θα καλοχρονίζουμε / θα καλοχρονίσουμε | θα καλοχρονίζετε / θα καλοχρονίσετε | θα καλοχρονίζουν / θα καλοχρονίζουνε / θα καλοχρονίσουν / θα καλοχρονίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω καλοχρονίσει | έχεις καλοχρονίσει | έχει καλοχρονίσει | έχουμε καλοχρονίσει | έχετε καλοχρονίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καλοχρονίσει | είχες καλοχρονίσει | είχε καλοχρονίσει | είχαμε καλοχρονίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καλοχρονίσει / να καλοχρονίζω / να καλοχρονίσω | να έχεις καλοχρονίσει / να καλοχρονίζεις / να καλοχρονίσεις | να έχει καλοχρονίσει / να καλοχρονίζει / να καλοχρονίσει | να έχουμε καλοχρονίσει / να καλοχρονίζουμε / να καλοχρονίσουμε | να έχετε καλοχρονίσει / να καλοχρονίζετε / να καλοχρονίσετε | να καλοχρονίζουν / να καλοχρονίζουνε / να καλοχρονίσουν / να καλοχρονίσουνε |
| Προστακτική | — | καλοχρόνιζε / καλοχρόνισε | — | — | καλοχρονίζετε / καλοχρονίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →