καλοψήνω
•
- ψήνω καλά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καλοψήνω < μεσαιωνική ελληνική καλοψήνω < καλά + -ο- + ψήνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καλοψήνω | καλοψήνεις | καλοψήνει | καλοψήνουμε | καλοψήνετε | καλοψήνουν / καλοψήνουνε |
| Παρατατικός | καλοέψηνα | καλοέψηνες | καλοέψηνε | καλοψήναμε | καλοψήνατε | καλοέψηναν / καλοψήναν / καλοψήνανε |
| Αόριστος | καλοέψησα | καλοέψησες | καλοέψησε | καλοψήσαμε | καλοψήσατε | καλοέψησαν / καλοψήσαν / καλοψήσανε |
| Μέλλοντας | θα καλοψήνω / θα καλοψήσω | θα καλοψήνεις / θα καλοψήσεις | θα καλοψήνει / θα καλοψήσει | θα καλοψήνουμε / θα καλοψήσουμε | θα καλοψήνετε / θα καλοψήσετε | θα καλοψήνουν / θα καλοψήνουνε / θα καλοψήσουν / θα καλοψήσουνε |
| Παρακείμενος | έχω καλοψήσει | έχεις καλοψήσει | έχει καλοψήσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καλοψήσει | είχες καλοψήσει | είχε καλοψήσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καλοψήσει / να καλοψήνω / να καλοψήσω | να έχεις καλοψήσει / να καλοψήνεις / να καλοψήσεις | να έχει καλοψήσει / να καλοψήνει / να καλοψήσει | να καλοψήνουμε / να καλοψήσουμε | να καλοψήνετε / να καλοψήσετε | να καλοψήνουν / να καλοψήνουνε / να καλοψήσουν / να καλοψήσουνε |
| Προστακτική | — | έχε καλοψημένο / καλόψηνε / καλόψησε | — | — | καλοψήνετε / καλοψήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →