Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καλοψυχίζω

ρήμα
•
  1. καλοκαρδίζω, ευσπλαχνίζομαι Βικιλεξικό
  2. εύχομαι σε κάποιον να είναι καλόψυχος μέχρι να ξεψυχήσει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καλοψυχίζω < μεσαιωνική ελληνική καλοψυχίζω < καλόψυχος

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκαλοψυχίζωκαλοψυχίζειςκαλοψυχίζεικαλοψυχίζουμεκαλοψυχίζετεκαλοψυχίζουν / καλοψυχίζουνε
Παρατατικόςκαλοψύχιζακαλοψύχιζεςκαλοψύχιζεκαλοψυχίζαμεκαλοψυχίζατεκαλοψυχίζαν / καλοψυχίζανε / καλοψύχιζαν
Αόριστοςκαλοψύχισακαλοψύχισεςκαλοψύχισεκαλοψυχίσαμεκαλοψυχίσατεκαλοψυχίσαν / καλοψυχίσανε / καλοψύχισαν
Μέλλονταςθα καλοψυχίζω / θα καλοψυχίσωθα καλοψυχίζεις / θα καλοψυχίσειςθα καλοψυχίζει / θα καλοψυχίσειθα καλοψυχίζουμε / θα καλοψυχίσουμεθα καλοψυχίζετε / θα καλοψυχίσετεθα καλοψυχίζουν / θα καλοψυχίζουνε / θα καλοψυχίσουν / θα καλοψυχίσουνε
Παρακείμενοςέχω καλοψυχίσειέχεις καλοψυχίσειέχει καλοψυχίσειέχουμε καλοψυχίσειέχετε καλοψυχίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα καλοψυχίσειείχες καλοψυχίσειείχε καλοψυχίσειείχαμε καλοψυχίσει——
Υποτακτικήνα έχω καλοψυχίσει / να καλοψυχίζω / να καλοψυχίσωνα έχεις καλοψυχίσει / να καλοψυχίζεις / να καλοψυχίσειςνα έχει καλοψυχίσει / να καλοψυχίζει / να καλοψυχίσεινα έχουμε καλοψυχίσει / να καλοψυχίζουμε / να καλοψυχίσουμενα έχετε καλοψυχίσει / να καλοψυχίζετε / να καλοψυχίσετενα καλοψυχίζουν / να καλοψυχίζουνε / να καλοψυχίσουν / να καλοψυχίσουνε
Προστακτική—καλοψύχιζε / καλοψύχισε——καλοψυχίζετε / καλοψυχίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →