καλοψυχίζω
•
- καλοκαρδίζω, ευσπλαχνίζομαι Βικιλεξικό
- εύχομαι σε κάποιον να είναι καλόψυχος μέχρι να ξεψυχήσει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καλοψυχίζω < μεσαιωνική ελληνική καλοψυχίζω < καλόψυχος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καλοψυχίζω | καλοψυχίζεις | καλοψυχίζει | καλοψυχίζουμε | καλοψυχίζετε | καλοψυχίζουν / καλοψυχίζουνε |
| Παρατατικός | καλοψύχιζα | καλοψύχιζες | καλοψύχιζε | καλοψυχίζαμε | καλοψυχίζατε | καλοψυχίζαν / καλοψυχίζανε / καλοψύχιζαν |
| Αόριστος | καλοψύχισα | καλοψύχισες | καλοψύχισε | καλοψυχίσαμε | καλοψυχίσατε | καλοψυχίσαν / καλοψυχίσανε / καλοψύχισαν |
| Μέλλοντας | θα καλοψυχίζω / θα καλοψυχίσω | θα καλοψυχίζεις / θα καλοψυχίσεις | θα καλοψυχίζει / θα καλοψυχίσει | θα καλοψυχίζουμε / θα καλοψυχίσουμε | θα καλοψυχίζετε / θα καλοψυχίσετε | θα καλοψυχίζουν / θα καλοψυχίζουνε / θα καλοψυχίσουν / θα καλοψυχίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω καλοψυχίσει | έχεις καλοψυχίσει | έχει καλοψυχίσει | έχουμε καλοψυχίσει | έχετε καλοψυχίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καλοψυχίσει | είχες καλοψυχίσει | είχε καλοψυχίσει | είχαμε καλοψυχίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καλοψυχίσει / να καλοψυχίζω / να καλοψυχίσω | να έχεις καλοψυχίσει / να καλοψυχίζεις / να καλοψυχίσεις | να έχει καλοψυχίσει / να καλοψυχίζει / να καλοψυχίσει | να έχουμε καλοψυχίσει / να καλοψυχίζουμε / να καλοψυχίσουμε | να έχετε καλοψυχίσει / να καλοψυχίζετε / να καλοψυχίσετε | να καλοψυχίζουν / να καλοψυχίζουνε / να καλοψυχίσουν / να καλοψυχίσουνε |
| Προστακτική | — | καλοψύχιζε / καλοψύχισε | — | — | καλοψυχίζετε / καλοψυχίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →