καλούμαι
•
- με καλεί το καθήκον, κάποια υποχρέωση, πρέπει να κάνω κάτι που δεν είναι σαφές αν το επιθυμώ και που τείνει να μην αφορά κάτι ιδιαίτερα ευχάριστο Βικιλεξικό
- Καλούμαι να καταβάλλω 5.000 ευρώ/στο στρατό/να αναταποκριθώ στις υποχρεώσεις μου
- ονομάζομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καλούμαι, παθητική φωνή του καλώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καλούμαι | καλείσαι | καλείται | καλούμαστε | καλείστε | καλούνται |
| Παρατατικός | καλούμουν | καλούσουν | καλούνταν | καλούμασταν / καλούμαστε | καλούσασταν / καλούσαστε | καλούνταν |
| Αόριστος | κλήθηκα | κλήθηκες | κλήθηκε | κληθήκαμε | κληθήκατε | κλήθηκαν / κληθήκαν / κληθήκανε |
| Μέλλοντας | θα καλούμαι / θα κληθώ | θα καλείσαι / θα κληθείς | θα καλείται / θα κληθεί | θα καλούμαστε / θα κληθούμε | θα καλείστε / θα κληθείτε | θα καλούνται / θα κληθούν / θα κληθούνε |
| Παρακείμενος | έχω κληθεί | έχεις κληθεί | έχει κληθεί | έχουμε κληθεί | έχετε κληθεί | έχουν κληθεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα κληθεί | είχες κληθεί | είχε κληθεί | είχαμε κληθεί | είχατε κληθεί | είχαν κληθεί |
| Υποτακτική | να έχω κληθεί / να καλούμαι / να κληθώ | να έχεις κληθεί / να καλείσαι / να κληθείς | να έχει κληθεί / να καλείται / να κληθεί | να έχουμε κληθεί / να καλούμαστε / να κληθούμε | να έχετε κληθεί / να καλείστε / να κληθείτε | να έχουν κληθεί / να καλούνται / να κληθούν / να κληθούνε |
| Προστακτική | — | — | — | — | καλείστε / κληθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →