καλπαστικός
•
- που έχει σχέση με τον καλπασμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καλπαστικός < καλπάζω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καλπαστικός | καλπαστική | καλπαστικό |
| Γενική | καλπαστικού | καλπαστικής | καλπαστικού |
| Αιτιατική | καλπαστικό | καλπαστική | καλπαστικό |
| Κλητική | καλπαστικέ | καλπαστική | καλπαστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καλπαστικοί | καλπαστικές | καλπαστικά |
| Γενική | καλπαστικών | καλπαστικών | καλπαστικών |
| Αιτιατική | καλπαστικούς | καλπαστικές | καλπαστικά |
| Κλητική | καλπαστικοί | καλπαστικές | καλπαστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →