Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καλπαστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον καλπασμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καλπαστικός < καλπάζω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαλπαστικόςκαλπαστικήκαλπαστικό
Γενικήκαλπαστικούκαλπαστικήςκαλπαστικού
Αιτιατικήκαλπαστικόκαλπαστικήκαλπαστικό
Κλητικήκαλπαστικέκαλπαστικήκαλπαστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαλπαστικοίκαλπαστικέςκαλπαστικά
Γενικήκαλπαστικώνκαλπαστικώνκαλπαστικών
Αιτιατικήκαλπαστικούςκαλπαστικέςκαλπαστικά
Κλητικήκαλπαστικοίκαλπαστικέςκαλπαστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →